Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

ΓΙΑΤΙ ΖΟΥΜΕ; (Ομιλία του Σεβ. Αυγουστίνου Καντιώτη)

ΓΙΑΤΙ ΖΟΥΜΕ;

«Πονηρὲ δοῦλε καὶ ὀκνηρέ!…»
(Ματθ. 25,26)

Ἀκούσατε, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο.
Ἀπὸ τὴν ὡραία παραβολὴ τῶν ταλάντων θέλω νὰ προσέξετε ἰδιαιτέρως τὸ τέλος της. Εἶπε ὁ Χριστός «Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω», ὅποιος ἔχει αὐτιὰ ἂς ἀκούῃ (Ματθ. 11,15. 13,9,43). Αὐτὸς ὁ λόγος διαβαίνει τοὺς αἰῶνες, φτάνει καὶ σ᾿ ἐμᾶς καὶ ἀπευθύνεται στὸν καθένα μας.

–Μά, θὰ πῆτε, δόξα τῷ Θεῷ ἔχουμε αὐτιὰ καὶ ἀκοῦμε. Τί νόημα ἔχει αὐτὸ γιὰ μᾶς; Ἔχουμε βέβαια αὐτιά ἀλλὰ ὁ Χριστὸς ἐδῶ μιλάει γιὰ κάτι βαθύτερο.
Ἐρχόμαστε στὴν θεία λειτουργία, ἀλλὰ ἀρκεῖ αὐτό; Ἄν, ὅταν ὁ ἱερεὺς διαβάζει τὸ εὐαγγέλιο καὶ οἱ ψάλτες ψάλλουν τὰ τροπάρια, δὲν ἔχουμε ἐκεῖ τὸ νοῦ μας καὶ δὲν προσέχουμε τὰ λόγια, τί τὸ ὄφελος; Ἔχουμε αὐτιά, ἀλλὰ πνευματικὴ ὠφέλεια δὲν γίνεται. Ἂν βγαίνοντας ἀπὸ τὸ ναὸ δὲν ξέρουμε τί εἶπε ὁ ἀπόστολος, τί εἶπε τὸ εὐαγγέλιο, ποιά τροπάρια ἀκούστηκαν, τότε ἤμαστε παρόντες σωματικῶς ἀλλὰ ἀπόντες πνευματικῶς. Κι ἀφοῦ τὸ πνεῦμα ἔχει ἀπείρως ἀνώτερη ἀξία ἀπὸ τὸ σῶμα, καταλαβαίνετε τότε τί σημασία ἔχει ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ «Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω».
Ἔχουμε αὐτιὰ γιὰ ν᾿ ἀκοῦμε κουτσομπολιά, διαβολές, συκοφαντίες, ὕβρεις ἐναντίον ἀδελφῶν, αἰσχρὲς βλασφημίες. Ἔχουμε τεντωμένα αὐτιὰ ἐπὶ ὧρες ὁλόκληρες στὸ ῥαδιόφωνο καὶ στὴν τηλεόρασι, γιὰ ν᾿ ἀκοῦμε ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἀνόητα, ἄχρηστα καὶ αἰσχρὰ ποὺ μεταδίδουν. Ἔχουμε αὐτιὰ γιὰ τὸ διάβολο, γιὰ τὸ Θεὸ δὲν ἔχουμε. Στοὺς χίλιους ἀνθρώπους ζήτημα ἂν ἕνας ἔχῃ αὐτὴ τὴ μυστικὴ ἀκοὴ ποὺ εἶπε σήμερα ὁ Χριστός. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος προφήτευσε, ὅτι θὰ ἔρθουν χρόνια ποὺ οἱ ἄνθρωποι θὰ κλείσουν τ᾿ αὐτιά τους στὸ Θεὸ καὶ θὰ τ᾿ ἀνοίξουν γιὰ ν᾿ ἀκοῦνε πλάνες καὶ διδασκαλίες δαιμονίων (βλ. Α΄ Τιμ. 4,1). Ἔχουμε ἀκοή, τὸ ὑπέροχο αὐτὸ τάλαντο τοῦ Ὑψίστου, κάνουμε ὅμως κακὴ χρῆσι τῆς πολυτίμου αὐτῆς αἰσθήσεως. Ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα δῶρα τοῦ Θεοῦ ὄχι μόνο δὲν τὰ ἀξιοποιοῦμε, μὰ καὶ τὰ χρησιμοποιοῦμε γιὰ τὴν ἁμαρτία.
•       Τὴν ὅρασι π.χ. μᾶς τὴν ἔδωσε ὁ Θεὸς γιὰ νὰ βλέπουμε τὸ θαυμάσιο πανόραμα ποὺ ἁπλώνεται γύρω μας νὰ βλέπουμε τὴ θάλασσα, τὶς λίμνες, τὰ δέντρα, τὰ φυτά, τὰ ἄστρα, τὸνἥλιο, τὸ φεγγάρι, καὶ νὰ λέμε τὸ «Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας» (Ψαλμ. 103, 24). Νὰ λέμε κ᾿ ἐμεῖς «Σ᾿ εὐχαριστῶ, Θεέ μου, ποὺ μοῦ ᾿δωσες τὰ μάτια». Ἀλλ᾿ ὅπως κάνουμε κακὴ χρῆσι τῆς ἀκοῆς, κάνουμε ἀκόμη χειρότερη χρῆσι τῆς ὁράσεως βλέπουμε ὅ,τι αἰσχρὸ καὶ ἀνήθικο ὑπάρχει. Ἀντὶ νὰ κλεινώμαστε στὸ δωμάτιό μας γιὰ προσευχὴ καὶ μελέτη τοῦ Εὐαγγελίου ἢ νὰ συζητοῦμε ὠφέλιμα πράγματα μὲ τοὺς οἰκείους μας, καρφώνουμε τὰ μάτια μας στὸ κουτὶ τοῦ διαβόλου, τὴν τηλεόρασι.
•       Μᾶς ἔδωσε ὁ Θεὸς τὴ γλῶσσα γιὰ νὰ συνεννοούμεθα νὰ μιλάῃ ὁ ἄντρας στὴ γυναῖκα, ὁ πατέρας στὸ παιδί, ὁ ἀδελφὸς στὸν ἀδελφό, ὁ δάσκαλος στὸ μαθητὴ κ.λπ.. Μᾶς ἔδωσε τὴ γλῶσσα γιὰ νὰ διδάσκῃ ὁ ἱερεὺς τὸ ποίμνιό του, γιὰ νὰ προσευχώμαστε στὸν οὐράνιο Πατέρα. Μᾶς ἔδωσε τὴ γλῶσσα γιὰ νὰ λέμε τὴν ἀλήθεια καὶ μόνο αὐτήν. Κ᾿ ἐμεῖς τίκάνουμε μὲ τὴ γλῶσσα λέμε ψέματα, συκοφαντοῦμε, διαβάλλουμε, πᾶμε στὸ δικαστήριο καὶ ὁρκιζόμαστε μ᾿ αὐτὴν ἀνάβουμε φωτιὰ ποὺ καίει. Ἡ γλῶσσα τέλος φτάνει στὸ ζενὶθ τῆς ἁμαρτίας ὅταν βλασφημῇ. Προτιμότερο νὰ μὴν εἴχαμε γλῶσσα, παρὰ νὰ γίνεται ὄργανο βλασφημίας καὶ διαφθορᾶς.
•       Ὅλα τὰ μολύναμε, ὅλα τὰ τάλαντα τοῦ Θεοῦ τὰ καταστρέφουμε. Τὰ μάτια, τὰ αὐτιά, τὴγλῶσσα, ἀλλὰ καὶ τὸ πολυτιμότερο ἀγαθὸ ποὺ ἔχουμε, τὴν καρδιὰ καὶ τὸ νοῦ. Μᾶς τά᾿δωσε ὁ Θεὸς γιὰ ν᾿ ἀγαποῦμε καὶ νὰ σκεπτώμαστε ὅ,τι ὡραῖο καὶ ὑψηλὸ ὑπάρχει στὸν κόσμο, κ᾿ ἐμεῖς μισοῦμε καὶ δὲν σκεπτόμαστε ὀρθά. Μᾶς τά ᾿δωσε γιὰ νὰ συγχωροῦμε, κ᾿ ἐμεῖς κρατοῦμε ἐκδίκησι στὴν καρδιά μας.
•       Νὰ προχωρήσω καὶ σ᾿ ἄλλες δωρεὲς τοῦ Θεοῦ; Νά ὁ πλοῦτος εἶνε ἕνα ἀγαθό. Οἱ πλούσιοι μὲ τὰ χρήματά τους πόσα καλὰ μποροῦννὰ κάνουν! Μὲ τὴν πλεονεξία ὅμως καὶ τὴνἀσωτία τους κάνουν μόνο κακά.
•       Ἡ ἐπιστήμη. Οἱ τεχνῖτες (οἱ ῥάφτες, οἱ μαραγκοί, οἱ χτίστες, οἱ ζωγράφοι κ.τ.λ.) μποροῦν νὰ μεταδώσουν τὸ τάλαντο τῆς τέχνης ποὺ τοὺς ἔδωσε ὁ Θεὸς καὶ σ᾿ ἄλλα παιδιὰ καὶ νέους καὶ νὰ μὴν τὸ κρατοῦν μυστικό. Οἱ δάσκαλοι καὶ οἱ καθηγηταί, λόγῳ τῆς θέσεώς τους, μποροῦν νὰ διδάσκουν τὸ Θεὸ καὶ νὰ σπείρουν στὶς καρδιὲς τῶν νέων τὴν πίστι ἀλλ᾿ αὐτοί, μὲ τὰ λόγια καὶ τὴ συμπεριφοράτους, διδάσκουν ἀθεΐα ἀσωτία, διαφθορά. Οἱἐπιστήμονες ἔχουν τάλαντο ἀλλ᾽ αὐτὴ τὴστιγμὴ ποὺ σᾶς μιλῶ χιλιάδες ἐπιστήμονες, Ἀμερικανοὶ Ῥῶσοι Γερμανοὶ Ἄγγλοι κ.λπ., χρησιμοποιοῦν τὰ μυστικὰ τῆς ἐπιστήμηςτους ὄχι γιὰ τὸ καλὸ τῆς ἀνθρωπότητος τὰχρησιμοποιοῦν γιὰ τὴν καταστροφή της.
•       Ἀκόμη κι αὐτὴ ἡ ἱερωσύνη. Ὁ ἱερεὺς τοῦ Ὑψίστου πρέπει νὰ εἶνε ἐξ ὁλοκλήρου ἀφωσιωμένος στὸ Θεό, νὰ εἶνε «φῶς» καὶ «ἅλας  τῆς γῆς» (Ματθ. 5,14,13), νὰ εἶνε ὅπως τὸν περιγράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὶς ἐπιστολές του ἀλλ᾿ αὐτὸς συχνὰ γίνεται σκάνδαλο… Ἔτσι ὅλοι, μικροὶ – μεγάλοι, κάνουμε κακὴχρῆσι τῶν πολυτίμων δωρεῶν τοῦ Θεοῦ, ὑλικῶν καὶ πνευματικῶν, καὶ μοιάζουμε μὲ τὸν πονηρὸ δοῦλο τῆς σημερινῆς παραβολῆς. Τοῦ ἔδωσε ὁ κύριός του ἕνα τάλαντο (ἕξι χιλιάδες χρυσὲς δραχμές), ἀξιόλογο ποσό, γιὰνὰ ἐργαστῇ μ᾿ αὐτὸ καὶ νὰ τὸ πολλαπλασιάσῃ. Κι αὐτὸς ἄνοιξε ἕνα λάκκο καὶ τὸ ἔθαψε. Γι᾿αὐτό, ὅταν ὁ κύριός του τοῦ ζήτησε λογαριασμό, τὸν καταδίκασε γι᾿ αὐτή του τὴν ἐνέργεια. Εἶχε ὑποχρέωσι νὰ ἐργαστῇ καὶ νὰ αὐξήσῃ τὸ τάλαντο, ὅπως ἔκαναν οἱ δύο ἄλλοι, ποὺ ὁ πρῶτος πῆρε πέντε καὶ τὰ ἔκανε δέκα, ὁ δεύτερος πῆρε δύο καὶ τὰ ἔκανε τέσσερα αὐτὸς τὸ ἔθαψε κ᾿ ἔτσι τὸ ἀχρήστευσε. Δὲν συνέβαλε καθόλου στὴν ὑπηρεσία καὶ βοήθεια τῶν συνανθρώπων του.
Ἡ παραβολὴ μᾶς διδάσκει, ἀδελφοί μου, ὅτι ἔχουμε κάποιες ἱερὲς ὑποχρεώσεις καὶ κάποιο προορισμὸ ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ πρέπει νὰ τὰ ἐκπληρώσουμε. Δὲν θὰ τιμωρηθῇ μόνο αὐτὸς ποὺ κάνει τὸ κακό θὰ τιμωρηθῇ κι αὐτὸς ποὺ δὲν κάνει τὸ καλό. Πολλοὶ ἄνθρωποι λένε Ἐγὼ δὲ σκότωσα, δὲν πόρνευσα, δὲν μοίχευσα, δὲν προσέβαλα τὴν τιμὴ τοῦ ἄλλου, δὲν πῆγα στὸ δικαστήριο ν᾽ ἁπλώσω τὸ χέρι μου στὸ Eὐαγγέλιο, δὲν συκοφάντησα, δὲν ἔκλεψα… Ἐν τούτοις, καὶ ἂν δὲν κάναμε αὐτὰ τὰ ἁμαρτήματα, δὲν μποροῦμε νὰ πάρουμε πιστοποιητικὸ ἁγιότητος οὔτε νὰ βγάλουμε εἰσιτήριο γιὰ τὸν παράδεισο. Θὰ τιμωρηθῇ ὡς κακοποιὸς ὄχι μόνο ὁκλέφτης, ὁ ἀπατεώνας, ὁ μοιχός, ὁ πόρνος, ὁ βλάστημος, ἀλλὰ καὶ πᾶς μὴ ἀγαθοποιός, καθένας ποὺ μποροῦσε νὰ κάνῃ τὸ καλὸ καὶ δὲν τὸ ἔκανε.Θεέ μου, συχώρεσέ μας πόσα καλὰ μπορούσαμε νὰ κάνουμε σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο καὶ δὲν τὰ κάναμε! Πόσα τάλαντα ἔχουμε κρυμμένα καὶ δὲν τὰ ἀξιοποιήσαμε! Δάσκαλοι, καθηγηταί, ἐπιστήμονες, ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἄντρες γυναῖκες καὶ παιδιά, ἔχουμε χαρίσματα, ὑλικὰ καὶ πνευματικά, καὶ θὰ μᾶς ζητήσῃ ὁ Θεὸς λογαριασμὸ γι᾿ αὐτά. Θὰ μᾶς ζτήσῃ τὸ κεφάλαιο καὶ τὸν τόκο.
Ἀδελφοί μου, ἂς κάνῃ ὁ καθένας μας ἕναν ἀπολογισμὸ καὶ ἂς δῇ, τί καλὸ ἔκανε σὰνπαιδὶ στὸ σπίτι του, τί καλὸ ἔκανε σὰν πατέρας, σὰν μάνα, σὰν ἐργαζόμενος, σὰν ὑπάλληλος, σὰν ἐπιστήμονας, σὰν παιδαγωγός, σὰν στρατιωτικός, σὰν κληρικός…; Ἀλλοίμονο καὶ τρισαλλοίμονο, φωτιά, κόλασι, ἀπώλεια καὶ καταστροφὴ μᾶς περιμένει. Ὦ Εὐαγγέλιο, τὰ λόγια σου εἶνε αἰώνια! Ἂς προσπαθήσουμε νὰ τὰ ἐφαρμόσουμε.
Ἀγαπητοί μου! Ἂς μετροῦμε τὴν ἀξία τοῦ ἀνθρώπου ὄχι μὲ τὴν ἀπραξία τῆς κακίας, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐνεργητικότητα τῆς καλωσύνης. Δραστήριους μᾶς θέλει τὸ Εὐαγγέλιο ὅλεςτὶς ἡμέρες καὶ ὧρες τῆς ζωῆς μας, μέχρι τὴν τελευταία μας πνοή. Ἂν ζήσουμε ἔτσι, ὅταν ἔρθῃ ἡ φρικτὴ ἡμέρα τῆς κρίσεως, δὲν θ᾿ ἀκούσουμε τὸ «Πονηρὲ δοῦλε καὶ ὀκνηρέ!» (Ματθ. 25,26), ἀλλὰ τὸ «Εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ! …εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰ τοῦ Κυρίου σου» (ἔ.ἀ. 25,21). Ἔπαινο ὁ καθένας μας ν᾿ ἀκούσῃ ἀπὸ τὸν Κύριο γιὰ ὅλα τὰ καλὰ ποὺ θὰ ἀγωνιστῇ νὰ κάνῃ στὸν κόσμο.
Εἴθε τῆς χαρᾶς τοῦ παραδείσου ν᾿ ἀξιωθοῦμε ὅλοι ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ὅν, παῖδες, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος


Δημοσίευση σχολίου