Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» - «ΔΕΝ ΚΟΙΤΑΖΕΤΕ ΝΑ ΓΙΑΤΡΕΨΕΤΕ ΤΗΝ ΣΤΡΑΒΟΜΑΡΑ ΣΑΣ;»

«ΔΕΝ ΚΟΙΤΑΖΕΤΕ ΝΑ ΓΙΑΤΡΕΨΕΤΕ ΤΗΝ ΣΤΡΑΒΟΜΑΡΑ ΣΑΣ;»

 Ὀρθόδοξη πίστη μας εἶνε ἡ ὑπέρτατη καὶ βαθύτατη ποίηση. Ὄχι ποίηση μὲ τὴ συνηθισμένη ἐξωτερικὴ σημασία, ἀλλὰ μὲ τὴ βαρειὰ κι’ ἀληθινὴ σημασία. Αὐτὴ τὴν ζωντανὴ ποίηση (τὴν λέγω ἔτσι, μὲ ὅλο ποὺ δὲν εἶνε ἡ κατάλληλη λέξη), τὴν αἰσθάνεται μονάχα ὅποιος μπῆκε στὸν κόσμο τοῦ Χριστοῦ “διὰ τῆς Πύλης τῆς κατὰ Ἀνατολάς”. Ἡ Ὀρθόδοξη πίστη κάνει εὐτυχισμένον τὸν νοῦ μας καὶ γεμίζει τὴν καρδιά μας μὲ τὴν δροσερὴ πνοὴ τῆς ἀθανασίας.  Ὁ Ὀρθόδοξος Χριστιανός, μὲ τὸ κλειδὶ τῆς πίστης ἀνοίγει τὸν παράδεισο καὶ ζεῖ μέσα σὲ μυστήρια “ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη”. Βλέπει “τὸν οὐρανὸν ἀνεωγότα καὶ Ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καὶ καταβαίνοντας”, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος, ποὺ καλοτύχισε τοὺς μαθητάδες του, λέγοντας “Μακάριοι οἱ ὀφθαλμοὶ οἱ βλέποντες ἃ βλέπετε, λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ προφῆται καὶ βασιλεῖς ἠθέλησαν ἰδεῖν ἃ ὑμεῖς βλέπετε, καὶ οὐκ εἶδον, καὶ ἀκοῦσαι ἃ ἀκούετε, καὶ οὐκ ἤκουσαν”. Ὁ Ὀρθόδοξος χριστιανὸς ζητᾶ ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ τοῦ δώσει νὰ πιεῖ ἀπὸ τό νερὸ τῆς ζωῆς, ὅπως ἡ Σαμαρείτιδα, κι’ ἀπὸ “τὴν βρῶσιν τὴν μένουσαν εἰς ζωὴν αἰώνιον”. Πολλοὶ γράψανε γιὰ τὴν ποίηση τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἰδίως ἄνθρωποι διαβασμένοι τῆς παπικῆς ἐκκλησίας, ἀλλὰ νοιώσανε αὐτὴ τὴν ποίηση ἐξωτερικὰ κι’ ὄχι ἐσωτερικά, τὴ νοιώσανε ὅπως νοιώθει κανένας ποιητικὰ τοῦτον τὸν κόσμο. Ἀλλὰ ἡ θύρα ἀπ’ ὅπου ὁ πιστὸς μπαίνει στὴ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν εἶνε ἡ Ὀρθοδοξία, καὶ γίνεται υἱὸς φωτός, καινὴ κτίσις.
Οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ὀρθοδοξίας εἶνε οἱ μελίρρυτοι ποταμοὶ τῆς μακάριας αὐτῆς ποίησης, ποὺ ποτίζουν τὴν ψυχὴ τῶν πιστῶν καὶ γεμίζει δροσερὰ φύλλα καὶ μυρίπνοα ἄνθη, σὰν τὸ νηοφύτευτο δέντρο.
Ὡστόσο, κάποιοι λεγόμενοι Ὀρθόδοξοι Ἕλληνες, βρίσκουνται μακρυὰ ἀπὸ τὴν ἁγιασμένη αὐτὴ ποίηση τῆς Ὀρθοδοξίας, γιατὶ ἀφήσανε τὰ χλωρὰ λειβάδιά της καὶ πήγανε νὰ βοσκήσουνε σὲ ξένα ξεροτόπια, σὲ παγωμένες ἐρημιές. Κ’ ἐπειδὴ δὲν εἶνε σέ θέση νὰ τὴν αἰστανθοῦνε, δὲν τὴν ἀγαποῦνε, μ’ ὅλα ὅσα λένε. Πῶς νὰ τὴ νοιώθουνε, ἀφοῦ στὴν καρδιά τους δὲν ὑπάρχει ἡ φωτιὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλὰ ἡ ψύχρα τοῦ θανάτου.
Ἐνῶ αὐτοὶ ποὺ εἴπαμε παραπάνω εἶνε ψυχροί, ἄτονοι, ἄνευροι, ἀκατάνυκτοι, ποὺ ὄχι μοναχὰ δὲν ἔχουνε φωτιὰ μέσα τους, μὰ μηδὲ τὴ στάχτη ἀπὸ τὴ φωτιὰ τῶν προγόνων τους. Αὐτοὶ εἶνε ποὺ θέλουνε νὰ σφραγίσουνε τὴν ἁγνὴ πίστη τοῦ λαοῦ μας μὲ τὴν πονηρὴ καὶ καταραμένη σφραγίδα τοῦ σατανᾶ, ποὺ τὴν λένε “ἐπιστήμη”. Αὐτοὶ εἶνε “οἱ φυλασσόμενοι μάταια καὶ ψευδῆ”. Αὐτοὺς πρέπει νὰ πολεμήσει πρῶτα ἡ Ἐκκλησία, κ’ ὕστερα τοὺς φανεροὺς αἱρετικούς, Χιλιαστές, Εὐαγγελικούς, κ.τ.ἄ. Αὐτοὶ εἶνε ὁ σάρακας ποὺ τὴν τρώγει, χωμένος στὰ σπλάγχνα της.
Μὲ τὴν “ἐξ ἑσπερίας σοφίαν” ποὺ κουβαλᾶνε στὸν τόπο μας, θέλουνε νὰ καταργήσουνε κάθε τι ὀρθόδοξο στὴ λατρεία, μ’ ἄλλα λόγια “Τί χρειάζεται τοῦτο; Τί χρειάζεται ἐκεῖνο; Τοῦτο εἶνε δεισιδαιμονία. Τὸ ἄλλο εἶνε πρόληψις!”
Τὰ “τιμιώτατα” τῆς Ἐκκλησίας μας εἶνε γι’ αὐτοὺς περιττά, καὶ γιὰ τὴν ἀνόητη διάνοιά τους εἶνε σπουδαῖα καὶ “οὐσιώδη” οἱ ἀποπνιχτικὲς ψευτοφιλοσοφίες κ’ ἡ παγωνιά του, τὸ ἐλεεινὸ μαγκανοπήγαδο τοῦ ὀρθολογισμοῦ, ἡ ἀποπέτρωση τῆς ψυχῆς του, ἡ πνευματικὴ Σιβηρία, ποὺ μὲ τοὺς πάγους της θέλουνε νὰ σκεπάσουνε τὰ ἀνθισμένα λειβάδια τῆς θρησκείας μας. Οἱ τέτοιοι γεμίσανε τὴ χώρα μας μ’ ἕνα ἀμέτρητο πλήθος “ὀργανώσεις” (τὶ ἀποτρόπαια λέξη!), ποὺ ἡ μιὰ θέλει νὰ βγάλει τὰ ράσα ἀπὸ τοὺς παπάδες, ἡ ἄλλη νὰ καταργήσει τὴν βυζαντινὴ μουσικὴ καὶ ὅτι ἄλλο ἔχει σχέση μὲ τὴν Παράδοση. Ἀλοίμονο! Δὲ κοιτάζετε νὰ γιατρέψετε τὴ στραβομάρα σας ποὺ σᾶς κάνει νὰ μὴ βλέπετε πὼς οἱ ἀρίφνητοι θησαυροὶ τῆς Ὀρθοδοξίας γινήκανε ποταμὸς ποὺ ποτίζει ὅλη τὴν οἰκουμένη, παρὰ πᾶτε καὶ κολλᾶτε, στοὺς παραμορφωμένους χριστιανισμούς, φτάνει μονάχα ποὺ εἶνε Ἐγγλέζικοι, Γερμανικοί, ἢ Γαλλικοί.

ΦΩΤΗΣ  ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 60-62 
ΙΟΥΝΙΟΣ-ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2007


Δημοσίευση σχολίου