Δευτέρα, 11 Μαΐου 2015

«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» - Η ΤΥΠΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΣΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ1



Η ΤΥΠΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ
ΣΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΤΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ1

Ἡ ἑρμηνεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μὲ τὴν τυπολογική της ἐκπλήρωση στὴν Καινὴ Διαθήκη ἀποτελεῖ μία βασικὴ ἀρχὴ τῆς βιβλικῆς ἑρμηνευτικῆς τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας. Τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου ἀποτελεῖ τὴν μυσταγωγικὴ ὁδὸ γιὰ τὸν πιστὸ στὸ Μυστήριο τοῦ Χριστοῦ. Μὲ αὐτὸν τὸν πνευματικὸ τρόπο ὁ ἅγιος Κύριλλος κατανοεῖ τὸν Νόμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. “Ὁ λόγος τῶν προφητῶν διαμορφώνεται σὲ σχέση μὲ τὰ ὁρατὰ καταληπτὰ πράγματα, ἀλλὰ ἔχει τὴν ἀναφορά του στὰ ὑπὲρ νοῦν καὶ διάνοιαν”.2 Αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον τοῦ ἑρμηνευτῆ, νὰ ἀνασηκώσει τὸ κάλυμμα ποὺ ἐπισκιάζει τὴν ζωὴ τῶν ἀνθρώπων, τὶς διατάξεις καὶ τὴν τελετουργία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, νὰ ἀποκαλύψει τὶς αἰνιγματώδεις εἰκόνες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ νὰ φανερώσει τὴν δύναμη τῆς ἀλήθειας.3

Ἡ ἑρμηνευτικὴ μέθοδος ποὺ ἀκολουθεῖ ὁ ἅγιος Κύριλλος καὶ προσδιορίζει τὴν σχέση τῆς Παλαιᾶς μὲ τὴν Καινὴ Διαθήκη ὡς σκιὰ καὶ τύπον τῆς ἀληθείας, καλεῖται τυπολογικὴ καὶ εἶναι κοινὴ ἀνάμεσα στοὺς  ἑρμηνευτὲς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἔχει δὲ τὴν ἀπαρχή της στὴν θεολογία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἡ ἑρμηνεία τοῦ ἁγίου Κυρίλλου στὴν Καινὴ Διαθήκη συχνὰ βασίζεται στὴν χρήση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὡς ἀναφορὰ καὶ ἀπόδειξη τῶν ἐπιχειρημάτων του. Χρησιμοποιεῖ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὡς μαρτυρία ὑψηλῆς θεολογικῆς αὐθεντίας σὲ θέματα δόγματος καὶ ἑρμηνείας. Οἱ προτυπώσεις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης βρίσκουν τὴν ἐκπλήρωσή τους στὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἑπομένως ἡ πνευματική τους ἀλήθεια ἀποκαλύπτεται πλήρως.4 Ἔτσι ἡ ἑρμηνεία τοῦ ἁγίου Κυρίλλου εἶναι τυπολογική, πνευματική, μὰ κυρίως Χριστοκεντρική. Συχνοὶ καὶ ἐπαναλαμβανόμενοι τύποι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τῶν ὁποίων ὁ ἅγιος Κύριλλος κάνει χαρακτηριστικὴ τυπολογικὴ ἑρμηνεία, μὲ σαφῆ ἀναφορὰ στὸν Χριστό, εἶναι ὁ Μωϋσῆς, ἡ κιβωτὸς τῆς Διαθήκης, ἡ Σκηνή, τὸ Σάββατο, ἡ περιτομή, κ.ἄ.5 Ὁ ἅγιος Κύριλλος ἀποδίδει στὶς τελετουργικὲς διατάξεις τοῦ Νόμου ὡς πρὸς τὴν προσφορὰ θυσιῶν, τὴν Σκηνή, τὸ θυσιαστήριο κλπ. Μία τυπολογία ἐκπληρούμενη στὴν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ Χριστιανικὴ λατρεία. Καθῆκον τοῦ ἑρμηνευτῆ εἶναι νὰ ἀποκαλύψει τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν ἀλήθεια τῶν τύπων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, γιὰ νὰ γίνει κατανοητό τὸ κεκρυμμένο νόημα αὐτῶν.6 Ὁ ἅγιος Κύριλλος παίρνει αὐτὲς τὶς προτυπώσεις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ τὶς ἑρμηνεύει ὑπὸ τὸ φῶς τῆς ἀληθείας τῆς Καινῆς Διαθήκης, πάντοτε μέσα ἀπὸ μία Χριστολογικὴ καὶ Χριστοκεντρικὴ ἑρμηνευτική. Ὡς πρὸς τοῦτο, ἀκολουθεῖ τὴν τυπολογία τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ἰδίως στὴν πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολή, τῶν πρώτων ἀποστολικῶν πατέρων καὶ τῆς Ἀλεξανδρινῆς ἐξηγητικῆς σχολῆς. Στὸ σημεῖον αὐτό, καλὸν εἶναι νὰ ἀναφερθοῦμε σὲ δύο πιὸ χαρακτηριστικὲς τυπολογίες ποὺ κατέχουν σημαίνουσα θέση στὴν ἑρμηνευτική τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, αὐτὲς τοῦ Μωϋσέως–Χριστοῦ καὶ τοῦ μάννα–Ἄρτου τῆς Ζωῆς.

Ἤδη ὁ ἅγιος Κύριλλος ἔχει ἀσχοληθεῖ ἐκτενῶς μὲ τὴν τυπολογία Μωϋσέως- Χριστοῦ στὰ “Γλαφυρὰ εἰς τὴν Ἔξοδον”.7 Στὸ Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην δηλώνει ὅτι ὁ Μωϋσῆς σημαίνει τὴν ἔλευση τοῦ Σωτῆρος, καὶ ἐπικεντρώνεται στὸ χωρίο τοῦ Δευτερονομίου 18:15-19, στὸ ὁποῖο, σημαίνεται τὸ Μυστήριο τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως οἱ Ἰσραηλῖτες δὲν μποροῦσαν νὰ ἀκούσουν τὴν φωνὴ τοῦ Κυρίου ἢ νὰ Τὸν δοῦν χωρὶς νὰ πεθάνουν, ὁ Θεὸς χρησιμοποιεῖ τὸν Μωϋσῆ ὡς μεσολαβητὴ γιὰ νὰ μεταδώσει τὸ θέλημά Του καὶ τὸν Νόμο στοὺς Ἰσραηλῖτες, ἔτσι καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη ὁ Χριστὸς μεταφέρει καὶ φανερώνει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ στὸν λαό Του. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ “νέος Μωϋσῆς”, μὲ τὴν διαφορὰ ὅτι ὁ Μωϋσῆς ἦταν ἁπλῶς αὐτὸς ποὺ μετέδωσε τὸν Νόμο τοῦ Θεοῦ στὸν λαό, ἐνῶ ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Νομοθέτης. Στὴν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ ὅτι θὰ ἐγείρει ἕνα προφήτη ἀπὸ ἀνάμεσά σας ὅμοιο μὲ τὸν Μωϋσῆ (Δεύτ. 18:18), προτυπώνεται ἡ ἔλευση τοῦ Χριστοῦ ὡς Ἐνσάρκου Λόγου. Ὅταν ὁ Χριστὸς λέγει ὅτι “ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις, οὐ μοιχεύσης. Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν…” (Ματθ. 5:27), ὁμιλεῖ ὡς νέος Μωϋσῆς ποὺ νομοθετεῖ. Ἐφ’ ὅσον οἱ Ἰουδαῖοι πιστεύουν στὸν Μωϋσῆ, ὀφείλουν νὰ πιστεύσουν καὶ στὸν Χριστὸ ποὺ ἐκπληρώνει τὸν Νόμο καὶ τοὺς Προφῆτες.8 Καὶ οἱ δύο, Μωϋσῆς καὶ Χριστὸς μεταφέρουν τὸν Νόμο τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀνθρώπους, μὲ τὴν διαφορὰ ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι ἕνας ἁπλῶς ἀνθρώπινος νομοθέτης, ἀλλὰ Θεϊκός, ὁ Ἴδιος ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ  ἐκπληρῶν τὸν Νόμο, ἀνώτερος τοῦ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

Μία ἄλλη συνήθης τυπολογία στὴν ἑρμηνευτική τοῦ ἁγίου Κυρίλλου εἶναι αὐτὴ τοῦ μάννα, “ποὺ ἀποτελεῖ τύπον τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν πνευματικῶν χαρίτων μέσω Αὐτοῦ”. Ὁ ἅγιος Κύριλλος χρησιμοποιεῖ τὸ μάννα ὡς τύπο τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἔκανε καὶ μὲ τὸν Μωϋσῆ. Τὸ μάννα ἦταν ἕνα καθημερινῶς ἐπαναλαμβανόμενο θαῦμα τοῦ Θεοῦ ἐπὶ σαράντα ἔτη. Ὁ μυστηριώδης αὐτὸς οὐράνιος ἄρτος ποὺ ἔθρεψε τοὺς Ἰσραηλῖτες στὴν ἔρημο ἀποτελεῖ προτύπωση τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ποὺ δίδεται στοὺς πιστοὺς ὡς πνευματικὴ τροφὴ (ἄρτος ζωῆς, σῶμα Χριστοῦ στὴν Θεία Κοινωνία). Ὅπως τὸ μάννα ἔθρεψε τοὺς Ἰσραηλῖτες στὴν ἔρημο, μὲ σκοπὸ νὰ τοὺς ἀποτρέψει ἀπὸ τὴν ἐνθύμηση τῶν τροφῶν στὴν Αἴγυπτο καὶ τὴν ἐπιθυμία ἐπιστροφῆς σὲ αὐτὴν (Ἔξοδος 16:1-3), κάτι ποὺ θὰ σήμαινε ἐπιστροφὴ στὶς κοσμικὲς ἀπολαύσεις τῆς σαρκός, φροντίζει ὁ Θεὸς νὰ παράσχει στὸν λαὸ Του τροφή. Τὸ ἴδιο κάνει καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη, ὅπου τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τὴν πνευματικὴ τροφὴ τῶν πιστῶν.9

Ἐπὶ πλέον, ἡ Ἁγία Γραφὴ λέγει ὅτι τὴν ἕκτη ἡμέρα, ὁ λαὸς μάζευε ποσότητα μάννα γιὰ δύο ἡμέρες (Ἔξοδος 16:5). Ὁ ἅγιος Κύριλλος ἑρμηνεύει ὅτι τὴν ἑβδόμη ἡμέρα, ποὺ σημαίνει τὸν χρόνον ἐλεύσεως τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἄρτος ὁ ἀληθινὸς βρίσκεται ἀνάμεσά μας, καὶ γι’ αὐτὸ δὲν χρειαζόμαστε τὸ μάννα. Ὁ Χριστὸς ὡς ὁ Ἄρτος τῆς Ζωῆς, ἀντικαθιστᾶ τὸν τύπο τοῦ μάννα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Τὸ μάννα ποὺ διετηρεῖτο ἀδιάφθορο στὴν Σκηνή, στὰ “Ἅγια τῶν Ἁγίων”, κρυμμένο στὴ στάμνο τοῦ Ἀαρὼν, σημαίνει τὸ κεκρυμμένο πνευματικὸ μάννα, τὸν πολύτιμο Λόγον τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀποθησαυρίζει μέσα στὴν καρδιά του ὁ κάθε πιστός, καὶ τοῦ προσφέρει, μέσω τῆς Θείας Κοινωνίας, τροφὴν ἀθανασίας καὶ ὁδηγεῖ σὲ καινὴ ζωὴ ἄφθορο καὶ αἰώνιο.10

Ὁ ἅγιος Κύριλλος κάνει χρήση αὐτῆς τῆς τυπολογίας τοῦ μάννα-Ἄρτου τῆς Ζωῆς, ὅταν ἑρμηνεύει τοὺς λόγους τοῦ Χριστοῦ, ποὺ συσχετίζουν τὸ μάννα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μὲ τὸν ἄρτο τῆς ζωῆς, τὸ ἴδιο τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ τρέφει τοὺς πιστούς, καὶ ἔχει τὴν ἴδια οὐράνια προέλευση (Ἰω. 6:34).

Συμπερασματικά, θὰ λέγαμε ὅτι ὁ ἅγιος Κύριλλος βασίζεται στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ὡς πηγὴ ἀποδεικτική τοῦ Χριστιανικοῦ δόγματος καὶ τῆς ἀληθοῦς Πίστεως. Ζῶντας ὁ ἴδιος στὸ πνευματικὸ κλῖμα τῆς Ἀλεξανδρείας, μὲ τὴν πολυπληθῆ ἑβραϊκὴ κοινότητα κείμενη ἐχθρικὰ πρὸς τὸν Χριστιανισμό, ὁ ἅγιος Κύριλλος καταφεύγει στὴν Παλαιὰ Διαθήκη συχνὰ ὡς κείμενο ὑψηλῆς αὐθεντίας ἀλλὰ καὶ πηγὴ θεολογικῶν ἐπιχειρημάτων, ὡς μία ἀδιαμφισβήτητη μαρτυρία ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὄντως Υἱὸς Θεοῦ, καὶ Θεὸς Σωτήρας Λυτρωτὴς (Μεσσίας). Ἔτσι, ἡ Παλαιὰ Διαθήκη τοῦ παρέχει ἐκείνους τοὺς τύπους καὶ τὶς προτυπώσεις ποὺ χρησιμεύουν ὡς βάση τῆς Χριστολογίας καὶ τῆς ἑρμηνευτικῆς τοῦ ἁγίου Κυρίλλου.

Ἀρχιμ. Κύριλλος Κεφαλόπουλος
«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 153
Μάϊος 2015

Ὑποσημειώσεις:
1. Τὸ παρὸν ἄρθρο βασίζεται στὴν μεταπτυχιακὴ ἐργασία τοῦ π. Κυρίλλου Κεφαλοπούλου μὲ τίτλο “Cyril of Alexandria as an Exegete: A Fifth-Century Example of Patristic Biblical Hermeneutics”, (= Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας ὡς ἑρμηνευτής: Ἕνα παράδειγμα Πατερικῆς Βιβλικῆς Ἑρμηνευτικῆς τοῦ 5ου αἰ.) Athens/California,     2011, καὶ εἰδικῶς σελ. 16-27.
2. Ὑπόμνημα εἰς Ἡσαΐαν 4,4 (P.G. 70, 1092 A).
3. Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιον, P.G. 72, 901M.
4. Ὑπόμνημα εἰς τὴν πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολή, P.G. 74, 780 D.
5. Ὑπόμνημα εἰς Ἰωάννην, P.G. 73, 420 B- 440 B.
6. Περὶ τῆς ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ προσκυνήσεως καὶ λατρείας, P.G. 68, 149 C.
7. P.G. 69, 386 C- 392 B.
8. Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην, P.G. 73, 266- 267B.
9. Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην, P.G. 73, 313. Ἡ ὅλη διαπραγμάτευση τῆς τυπολογίας τοῦ μάννα βρίσκεται στὸ P.G. 73, 310 D- 328.
10. Ο.π., P.G. 73, 319-320.
Δημοσίευση σχολίου